Ιούνιος


Ιούνιος
[иуниос] ουσ. а. Июнь,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "Ιούνιος" в других словарях:

  • Ἰούνιος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ιούνιος — I Όνομα ιστορικών προσώπων της ρωμαϊκής εποχής. 1. I. Γαλλίων (1ος αι. μ.Χ.). Ρήτορας. Ήταν συνήγορος της πρώτης αυτοκρατορικής περιόδου. Καταγόταν από την Ισπανία, ήταν φίλος του Σενέκα του πρεσβύτερου και υιοθέτησε τον γιο του, Νοβάτο. Φίλος… …   Dictionary of Greek

  • Ιούνιος — ο (λ. λατ.), όνομα του έκτου μήνα του έτους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Βρούτος, Μάρκος Ιούνιος — (Marcus Junius Brutus, Ρώμη 85 – Φίλιπποι 42 π.Χ.). Ρωμαίος πολιτικός, ένας από τους δολοφόνους του Καίσαρα. Προερχόμενος από αριστοκρατική οικογένεια, έμεινε ορφανός από πατέρα και ανέλαβε την ανατροφή του ο θείος του Κάτων ο Ουτικανός, που τον… …   Dictionary of Greek

  • Γιουβενάλις, Δέκιμος Ιούνιος — (Decimus Junius Juvenalis, Ακούινο, Απουλία 65; – 128; μ.Χ.). Λατίνος σατιρικός ποιητής. Ακολούθησε σπουδές ρητορικής στη Ρώμη, μετά το τέλος των οποίων άσκησε με μικρή επιτυχία το επάγγελμα του ρήτορα. Σώζονται 16 Σάτιρές του, που έχουν… …   Dictionary of Greek

  • Κολουμέλας, Λεύκιος Ιούνιος Μοδεράτος — (Lucius Junius Moderatus Columella, Γάδειρα, Ισπανία 1ος αι. μ.Χ.). Λατίνος ποιητής και συγγραφέας. Ήταν σύγχρονος του Σενέκα και του Κορνήλιου Κέλσου. Κατά τη νεανική του ηλικία κατατάχθηκε στον στρατό και υπηρέτησε στην Κιλικία και στη Συρία.… …   Dictionary of Greek

  • Ἰουνίου — Ἰούνιος masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἰουνίων — Ἰούνιος masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἰουνίῳ — Ἰούνιος masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἰούνιε — Ἰούνιος masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)